Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008
Ιντερλουδιο.
Την επόμενη μέρα, ο Φρέντερ μπαίνει στον καθεδρικό ναό της Μετρόπολις. Ακούει το κήρυγμα ενός μοναχού που ανακοινώνει ότι η Αποκάλυψη πλησιάζει και ότι θα εμφανιστεί με τη μορφή αμαρτωλής γυναίκας. Την ίδια στιγμή ο Ρότβανγκ προγραμματίζει το ρομπότ να καταστρέφει το Φρέντερσεν, την πύλη του και το γιο του. Ο Φρέντερ περιπλανάται στο ναό και ανακαλύπτει ένα γλυπτό που αναπαριστά το θάνατο και τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα.
Ο Γκεόργκυ βγαίνει από τη Γιοσιβάρα έχοντας ξοδέψει όλα τα λεφτά του Φρέντερ. Καθώς μπαίνει στο αυτοκίνητο τον συλλαμβάνει ο "Αδύνατος". Ανακρίνοντας τον μαθαίνει ότι έχουν σχεδιάσει με το Φρέντερ να συναντηθούν στο διαμέρισμα του Γιόζαφατ. Μην έχοντας βρεί τη Μαρία στο ναό, ο Φρέντερ πηγαίνει στο διαμέρισμα του Γιόζαφατ, ελπίζοντας να βρει τον Γκεόργκυ για να τον φέρει σε επαφή με τους εργάτες. Ο "Αδύνατος" αφήνει ελεύθερο το Γκεόργκυ μετά την υπόσχεση του να ξεχάσει ότι έγινε. Κατευθύνεται στο διαμέρισμα του Γιόζαφατ με σκοπό να συναντήσει το Φρέντερ, ο οποίος έχει ήδη φύγει ξεχνώντας πίσω το καπέλο του Γκεόργκυ. θεωρώντας το ως απόδειξη των κρυφών συνενοήσεων μεταξύ του Φρέντερ και του Γιόζαφατ, ο "Αδύνατος" προσφέρει στον τελευταίο χρήματα για να εγκαταλείψει τη Μετρόπολις. Ο Γιόζαφατ αρνείται και διαπληκτίζεται με τον "Αδύνατο" ο οποίος και επικρατεί και φεύγοντας κλειδώνει τον Γιόζαφατ στο διαμέρισμα του.
Η Μαρία είναι αιχμάλωτη του Ρότβανγκ. Πλησιάζοντας το σπίτι του εφευρέτη ο Φρέντερ ακούει τις φωνές της και μάταια προσπαθεί να τη βοηθήσει. Ο Ρότβανγκ την οδηγεί στο εργαστήριο του όπου και "μεταφέρει" την εμφάνιση της στο ρομπότ. Μετά την επιτυχή επιχείρηση ο Φρέντερ μυστηριωδώς οδηγείται στο εργαστήριο, όπου ο Ρότβανγκ τον πληροφορεί ότι η Μαρία είναι με τον πατέρα του. Με μια επιστολή ο Ρότβανγκ προσκαλεί το Φρεντερσεν στην παρουσίαση της ψεύτικης Μαρίας: μια επίδειξη των χορευτικών δυνατοτήτων της στην υψηλή κοινωνία της Μετρόπολις, προκειμένου να φανεί ότι είναι άνθρωπος και όχι μηχανή.
Στο γραφείο του, ο Φρεντερσεν δίνει οδηγίες στην ψεύτικη Μαρία. Ο Φρέντερ φτάνει και τους βρίσκει σε μια τρυφερή στιγμή. Νομίζοντας ότι η αγαπημένη του τον πρόδωσε παραληρεί από τρόμο και λιποθυμά. Στο σπίτι του Ρότβανγκ η ψεύτικη Μαρία κάνοντας ένα χορευτικό νούμερο ημίγυμνη υπνωτίζει τους άνδρες της Μετρόπολις.
Ο "Αδύνατος" προσέχει το Φρέντερ στο κρεβάτι του, ο οποίος βλέπει σε όνειρο τον "Αδύνατο" μεταμορφωμένο στον καλόγερο που κήρυττε για την Αποκάλυψη. Ο Γιαν και ο Μαρίνος παιδιά της υψηλής κοινωνίας, γοητεύονται από το χορό της Μαρίας (και πρόθυμοι θα έπρατταν και τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα για χάρη της).
Ο Φρέντερ ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά. Τα αγάλματα του καθεδρικού ναού, που αναπαριστούσαν το θάνατο με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, ζωντανεύουν και τον πλησιάζουν. Ο θάνατος ανεμίζει το δρεπάνι του μέσα στο δωμάτιο του Φρέντερ.
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2007
Πολη - Γυναικα
Σας κατέχω. Δεν το γνωρίζετε, αλλά σας χωνεύω ήδη στο πολύχωρο στομάχι μου. Υπέρτατη ερωμένη. Τα άκρα μου διακλαδίζονται χιλιόμετρα μακριά απ' τον κορμό μου. Υφαίνω τις προίκες μου στα πιο χλωρά βουνά κι αυτά παραδίδονται κάτω από την καφτερή μου ανάσα. Μεγαλώνει το σώμα μου, μέρα με τη μέρα μεστώνει, εκρήγνυται όλο και πιο πέρα. Κάνουν καλή δουλειά χέρια και πόδια. Χιλιοπλόκαμο θα με τραγουδούσαν οι παλιοί. Μόλις τσιμεντώσω την κυριαρχία μου στα ψηλά, τραβάω για την αρμύρα και το αβέβαιο βασίλειο της άμμου. Πάντα βρίσκω τρόπους κι εκεί να κουμαντάρω τους όρμους και τις τραχιές γλωσσίδες που μπήγονται όλο ηδονή στο πέλαγος. Στα στήθια μου κρατάω τα ενθύμια του παρελθόντος, ένδοξες μνήμες των τωρινών πληβείων. Να έχουν να παρηγοριούνται και να θαυμάζουν σαν ξημερώνονται λεροί στα λασπωμένα σοκάκια των νεύρων μου. Από νέον τα μαλλιά μου και τα υγρά μου μάτια συντριβάνια να στολίζονται και να πνίγονται οι νάρκισσοι. Με τα φώτα και τις μουσικές που κρέμονται από τ' αφτιά μου, γητεύω τους τρελούς που προσκυνούν την αιώνια αυτοκράτειρα. Έχω πολλά φαρμάκια για να σας κρατάω όλους. Πιο πολύ συνωστίζονται στα λαγόνια μου οι σκλάβοι του κορμιού. Κάποτε τους δίνουν αέρινο όνομα, Βαρδάρης των φαντάρων και της χωριατιάς, κι άλλοτε περιπαθές, Φιλής της χιλιοφορεμένης γεύσης και του νάϋλον κομπινεζόν της παστρικιάς. Στις φουντωτές μασχάλες και την ήβη μου αφήνω να κρυφοπαίρνετε ανάσες, μα είναι μαυλιστική, πηχτή η δροσιά μου ίδια το σπέρμα που σας πολλαπλασιάζει στους σπειροειδείς κόρφους μου. Αναπνέω τις ζωές σας, εκπνέετε το αίμα μου, γίνεστε ένα με το δέρμα μου, τα στόματά σας πόροι μου, τα δακρυσμένα μάτια σας υγρασία που με κρατάει πάντα νέα. Βαθμιαία ένα γινόμαστε, γεύεστε τους χυμούς της σάρκας μου, ναρκώνεστε με τα μεθυστικά αρώματα και ξεχνάτε. Μόνο την καρδιά μου μην ψάξετε. Βολευτείτε στα σπλάχνα μου και μην ζητάτε περισσότερα. Δεν γεννήθηκε ακόμη ο άνθρωπος που θα αξιωθεί τέτοια τιμή.
doratsirka
Αναρτήθηκε από metropolis στις 9/07/2007 0 σχόλια
Ετικέτες doratsirka, metropolis
Τρίτη 21 Αυγούστου 2007
Als das Kind Kind war.
Als das Kind Kind war,
ging es mit hangenden Armen,
wollte der Bach sei ein Flu?,
der Flu? sei ein Strom,
und diese Pfutze das Meer.
Als das Kind Kind war,
wu?te es nicht, da? es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins.
Als das Kind Kind war,
hatte es von nichts eine Meinung,
hatte keine Gewohnheit,
sa? oft im Schneidersitz,
lief aus dem Stand,
hatte einen Wirbel im Haar
und machte kein Gesicht beim fotografieren.
Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht blo? ein Traum?
Ist was ich sehe und hore und rieche
nicht blo? der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsachlich das Bose und Leute,
die wirklich die Bosen sind?
Wie kann es sein, da? ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und da? einmal ich, der ich bin,
nicht mehr der ich bin, sein werde?
Als das Kind Kind war,
wurgte es am Spinat, an den Erbsen, am Milchreis,
und am gedunsteten Blumenkohl.
und i?t jetzt das alles und nicht nur zur Not.
Als das Kind Kind war,
erwachte es einmal in einem fremden Bett
und jetzt immer wieder,
erschienen ihm viele Menschen schon
und jetzt nur noch im Glucksfall,
stellte es sich klar ein Paradies vor
und kann es jetzt hochstens ahnen,
konnte es sich Nichts nicht denken
und schaudert heute davor.
Als das Kind Kind war,
spielte es mit Begeisterung
und jetzt, so ganz bei der Sache wie damals, nur noch,
wenn diese Sache seine Arbeit ist.
Als das Kind Kind war,
genugten ihm als Nahrung Apfel, Brot,
und so ist es immer noch.
Als das Kind Kind war,
fielen ihm die Beeren wie nur Beeren in die Hand
und jetzt immer noch,
machten ihm die frischen Walnusse eine rauhe Zunge
und jetzt immer noch,
hatte es auf jedem Berg
die Sehnsucht nach dem immer hoheren Berg,
und in jeden Stadt
die Sehnsucht nach der noch gro?eren Stadt,
und das ist immer noch so,
griff im Wipfel eines Baums nach dem Kirschen in einemHochgefuhl
wie auch heute noch,
eine Scheu vor jedem Fremden
und hat sie immer noch,
wartete es auf den ersten Schnee,
und wartet so immer noch.
Als das Kind Kind war,
warf es einen Stock als Lanze gegen den Baum,
und sie zittert da heute noch.
Als das Kind Kind war,
ging es mit hangenden Armen,
wollte der Bach sei ein Flu?,
der Flu? sei ein Strom,
und diese Pfutze das Meer.
Als das Kind Kind war,
wu?te es nicht, da? es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins.
Als das Kind Kind war,
hatte es von nichts eine Meinung,
hatte keine Gewohnheit,
sa? oft im Schneidersitz,
lief aus dem Stand,
hatte einen Wirbel im Haar
und machte kein Gesicht beim fotografieren.
Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht blo? ein Traum?
Ist was ich sehe und hore und rieche
nicht blo? der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsachlich das Bose und Leute,
die wirklich die Bosen sind?
Wie kann es sein, da? ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und da? einmal ich, der ich bin,
nicht mehr der ich bin, sein werde?
Als das Kind Kind war,
wurgte es am Spinat, an den Erbsen, am Milchreis,
und am gedunsteten Blumenkohl.
und i?t jetzt das alles und nicht nur zur Not.
Als das Kind Kind war,
erwachte es einmal in einem fremden Bett
und jetzt immer wieder,
erschienen ihm viele Menschen schon
und jetzt nur noch im Glucksfall,
stellte es sich klar ein Paradies vor
und kann es jetzt hochstens ahnen,
konnte es sich Nichts nicht denken
und schaudert heute davor.
Als das Kind Kind war,
spielte es mit Begeisterung
und jetzt, so ganz bei der Sache wie damals, nur noch,
wenn diese Sache seine Arbeit ist.
Als das Kind Kind war,
genugten ihm als Nahrung Apfel, Brot,
und so ist es immer noch.
Als das Kind Kind war,
fielen ihm die Beeren wie nur Beeren in die Hand
und jetzt immer noch,
machten ihm die frischen Walnusse eine rauhe Zunge
und jetzt immer noch,
hatte es auf jedem Berg
die Sehnsucht nach dem immer hoheren Berg,
und in jeden Stadt
die Sehnsucht nach der noch gro?eren Stadt,
und das ist immer noch so,
griff im Wipfel eines Baums nach dem Kirschen in einemHochgefuhl
wie auch heute noch,
eine Scheu vor jedem Fremden
und hat sie immer noch,
wartete es auf den ersten Schnee,
und wartet so immer noch.
Als das Kind Kind war,
warf es einen Stock als Lanze gegen den Baum,
und sie zittert da heute noch.
ging es mit hangenden Armen,
wollte der Bach sei ein Flu?,
der Flu? sei ein Strom,
und diese Pfutze das Meer.
Als das Kind Kind war,
wu?te es nicht, da? es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins.
Als das Kind Kind war,
hatte es von nichts eine Meinung,
hatte keine Gewohnheit,
sa? oft im Schneidersitz,
lief aus dem Stand,
hatte einen Wirbel im Haar
und machte kein Gesicht beim fotografieren.
Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht blo? ein Traum?
Ist was ich sehe und hore und rieche
nicht blo? der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsachlich das Bose und Leute,
die wirklich die Bosen sind?
Wie kann es sein, da? ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und da? einmal ich, der ich bin,
nicht mehr der ich bin, sein werde?
Als das Kind Kind war,
wurgte es am Spinat, an den Erbsen, am Milchreis,
und am gedunsteten Blumenkohl.
und i?t jetzt das alles und nicht nur zur Not.
Als das Kind Kind war,
erwachte es einmal in einem fremden Bett
und jetzt immer wieder,
erschienen ihm viele Menschen schon
und jetzt nur noch im Glucksfall,
stellte es sich klar ein Paradies vor
und kann es jetzt hochstens ahnen,
konnte es sich Nichts nicht denken
und schaudert heute davor.
Als das Kind Kind war,
spielte es mit Begeisterung
und jetzt, so ganz bei der Sache wie damals, nur noch,
wenn diese Sache seine Arbeit ist.
Als das Kind Kind war,
genugten ihm als Nahrung Apfel, Brot,
und so ist es immer noch.
Als das Kind Kind war,
fielen ihm die Beeren wie nur Beeren in die Hand
und jetzt immer noch,
machten ihm die frischen Walnusse eine rauhe Zunge
und jetzt immer noch,
hatte es auf jedem Berg
die Sehnsucht nach dem immer hoheren Berg,
und in jeden Stadt
die Sehnsucht nach der noch gro?eren Stadt,
und das ist immer noch so,
griff im Wipfel eines Baums nach dem Kirschen in einemHochgefuhl
wie auch heute noch,
eine Scheu vor jedem Fremden
und hat sie immer noch,
wartete es auf den ersten Schnee,
und wartet so immer noch.
Als das Kind Kind war,
warf es einen Stock als Lanze gegen den Baum,
und sie zittert da heute noch.
Als das Kind Kind war,
ging es mit hangenden Armen,
wollte der Bach sei ein Flu?,
der Flu? sei ein Strom,
und diese Pfutze das Meer.
Als das Kind Kind war,
wu?te es nicht, da? es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins.
Als das Kind Kind war,
hatte es von nichts eine Meinung,
hatte keine Gewohnheit,
sa? oft im Schneidersitz,
lief aus dem Stand,
hatte einen Wirbel im Haar
und machte kein Gesicht beim fotografieren.
Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht blo? ein Traum?
Ist was ich sehe und hore und rieche
nicht blo? der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsachlich das Bose und Leute,
die wirklich die Bosen sind?
Wie kann es sein, da? ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und da? einmal ich, der ich bin,
nicht mehr der ich bin, sein werde?
Als das Kind Kind war,
wurgte es am Spinat, an den Erbsen, am Milchreis,
und am gedunsteten Blumenkohl.
und i?t jetzt das alles und nicht nur zur Not.
Als das Kind Kind war,
erwachte es einmal in einem fremden Bett
und jetzt immer wieder,
erschienen ihm viele Menschen schon
und jetzt nur noch im Glucksfall,
stellte es sich klar ein Paradies vor
und kann es jetzt hochstens ahnen,
konnte es sich Nichts nicht denken
und schaudert heute davor.
Als das Kind Kind war,
spielte es mit Begeisterung
und jetzt, so ganz bei der Sache wie damals, nur noch,
wenn diese Sache seine Arbeit ist.
Als das Kind Kind war,
genugten ihm als Nahrung Apfel, Brot,
und so ist es immer noch.
Als das Kind Kind war,
fielen ihm die Beeren wie nur Beeren in die Hand
und jetzt immer noch,
machten ihm die frischen Walnusse eine rauhe Zunge
und jetzt immer noch,
hatte es auf jedem Berg
die Sehnsucht nach dem immer hoheren Berg,
und in jeden Stadt
die Sehnsucht nach der noch gro?eren Stadt,
und das ist immer noch so,
griff im Wipfel eines Baums nach dem Kirschen in einemHochgefuhl
wie auch heute noch,
eine Scheu vor jedem Fremden
und hat sie immer noch,
wartete es auf den ersten Schnee,
und wartet so immer noch.
Als das Kind Kind war,
warf es einen Stock als Lanze gegen den Baum,
und sie zittert da heute noch.
Cherryfairy
Αναρτήθηκε από metropolis στις 8/21/2007 0 σχόλια
Ετικέτες cherryfairy, metropolis
Subscribe to:
Αναρτήσεις (Atom)



